Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Το δένδρο των Χριστουγέννων


Αποτελεί παλαιοχριστιανική παράδοση η παρουσία των φωτοφόρων παραδεισιακών δένδρων, δηλαδή δένδρων στον χώρο του Ιερού Βήματος το οποίο συμβολίζει τον παράδεισο. Ήδη τον 6ο αιώνα ο Ρωμανός ο μελωδός στο περίφημο 


Κοντάκιό του «Η Παρθένος σήμερον» προτρέπει τους πιστούς: «δεύτε λάβωμεν τα του παραδείσου εντός του σπηλαίου». (Δηλαδή ελάτε να πάρουμε μέσα από το σπήλαιο της Βηθλεέμ ό,τι ανήκει στον παράδεισο). Αλλά μέσα στο σπήλαιο, τον παράδεισο ορίζει το «ξύλον της ζωής» που είναι ο Χριστός. Έτσι ερχόμαστε στη σύνδεση του «ξύλου (=δένδρου) της ζωής» με την λατρεία και την όλη πανήγυρη των Χριστουγέννων. Πράγματι σε ένα προεόρτιο τροπάριο που αρχίζει με την λειτουργική προτροπή: «Ετοιμάζου Βηθλεέμ, ήνοικται πάσιν η Εδέμ», παρέχεται η βεβαίωση: «ότι το ξύλον της ζωής εν τω σπηλαίω εξήνθησεν εκ της Παρθένου» και ότι «παράδεισος (και γαρ) η εκείνης γαστήρ ... εν ω το θείον φυτόν ...» (φυσικά ο Χριστός). Αλλά και μια Καταβασία των Χριστουγέννων, Κοσμά του μελωδού (ωδή δ΄, ειρμός) εμφανίζει τον Χριστό ως «... άνθος (το οποίο) εκ της Παρθένου ανεβλάστησεν». Βλέπουμε λοιπόν ότι παλαιότατα τα Χριστούγεννα συνδέονται με το δένδρο – σύμβολο του Χριστού, αφού αυτός είναι το δένδρο που «εν τω σπηλαίω εξήνθησεν εκ της Παρθένου». Αλλά και το πρώτο ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού της 25ης Δεκεμβρίου βεβαιώνει ότι, με την Γέννηση του Χριστού «και τα Χερουβείμ παραχωρεί του ξύλου της ζωής». Σύνδεση λοιπόν και εδώ των Χριστουγέννων με το δένδρο – ως ξύλο της ζωής (=με τον Χριστό). (Ως εκ περισσού σημειώνουμε ακόμη ότι και στην απεικόνιση της «Ρίζας του Ιεσσαί» συναντούμε, ως παραλλαγή, την παράσταση της Γέννησης του Χριστού στην κορυφή του γενεαλογικού δένδρου).



Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην εικονογραφία της Γεννήσεως συναντούμε, καμιά φορά, πλάι στην Θεοτόκο με το θείο Βρέφος και ένα δένδρο.

Αλλά με τον Χριστό και την Γέννησή Του συνδέουν το δένδρο και ορισμένα παλαιά κάλανδα. Εδώ έχουμε όχι την λόγια αλλά την λαϊκή πίστη στο γεγονός, όχι στίχους της θεολογίας των μελωδών, ή συμβολισμούς της εικονογραφίας, αλλά της βιωματικής των απλών ορθοδόξων. Τα κάλανδα αυτά ακούονταν στην Καππαδοκία και στην Κρήτη, αλλά και στους Αγίους Τόπους: «κει που γεννήθηκε ο Χριστός, χρυσό δενδρίν εβγήκε...».

Τι φυσικότερον λοιπόν, ύστερα από αυτό, να συνδέσει η Ορθόδοξη Ανατολή το δένδρο με τα Χριστούγεννα; Μετά την εικονογραφία έρχεται και η λαική ποίηση, με το βίωμα της, να υποδείξει το ίδιο πράγμα.

Θεωρώ πολύ πιθανόν ότι από την ορθόδοξη παράδοση – σε συσχέτιση με τα πάρα πάνω – κατάγεται και η χρήση από τους Δυτικούς του όρου «Παράδεισος» (Paradeis) στο τελετουργικό μεσαιωνικό «μυστήριο της Γεννήσεως», όρου του οποίου τον απόηχο βεβαιωνόμαστε μέχρι τα τελευταία χρόνια (περιοχή των Άλπεων). Ειδικώς όμως στη νότια Γερμανία και σήμερα ονομάζεται «παράδεισος» το διακοσμημένο με φώτα κ.λ.π. δένδρο. Αλλά και κάτι επί πλέον. Στη Δύση τονίστηκε ο θρύλος ο οποίος συνέδεσε το «ξύλο της ζωής» της Παλαιάς Διαθήκης (Γεν. 2,1) με το ξύλο από το οποίο κατασκεύασαν τον Σταυρό του Ιησού. Έτσι έδωσαν μάλιστα και λειτουργικό, ευχαριστιακό χαρακτήρα στο χριστουγεννιάτικο δένδρο. Αυτό αποδεικνύεται και από τις όστιες (oblaten) που κρεμούσαν στη Δύση στο δένδρο, και οι οποίες αργότερα (όταν το δένδρο έγινε πανηγυρικό, διακοσμητικό στοιχείο των Χριστουγέννων) αντικαταστάθηκαν με μικρά αρτοποιητικά προϊόντα και, τέλος, με γλυκίσματα, είδος μπισκότων (τα λεγόμενα γερμ. spekulazius). Ενδιαφέρον είναι να σημειωθεί εδώ ότι αυτά υπενθυμίζουν τα αρχαία «πέμματα» από γλυκιά ζύμη (ανάλογα με τα σημερινά παξιμαδάκια) τα οποία οι αρχαίοι έλληνες πρόσφεραν στους βωμούς των θεών, όπως αναφέρουν, π.χ. ο Πλάτων και ο Παυσανίας. Άρα αυτή η αρχαία παράδοση επεβίωσε στα παρόμοια «πλακούντια» που κρεμούν στην Δύση πολλές φορές ακόμη σήμερα στα χριστουγεννιάτικα δένδρα. Αλλά το νόημα του Πάθους οι δυτικοί έδωκαν και σε καρπούς που κρεμούσαν στο δένδρο, κυρίως στα μήλα. Οι καρποί οδηγούσαν στο ξύλο του Σταυρού, που ως πολύτιμο καρπό δέχτηκε και προσφέρει τον «επ’ αυτού προσπαγέντα» Σωτήρα. Ευνόητο ότι και τα μήλα και τα παρόμοια, με την παρόδο του χρόνου, έχασαν την αρχική σημασία τους και έγιναν οι χρυσομένες κουκουνάρες ή τα καρύδια και, τέλος, τα σημερινά γυάλινα ή πλαστικά σφαιροειδή πολύχρωμα που διακοσμούν το σχετικό δένδρο.

Πρέπει όμως εδώ να σημειώσουμε και μία άλλη αντιμετώπισή του. Την αρνητική. Δηλαδή, παρά την ορθή θεώρησή του ως συμβόλου (του Χριστού) από τους Χριστιανούς, από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ακούσθηκαν φωνές εναντίον της λατρευτικής προσέγγισης κάθε ιερού δένδρου. Έτσι αρνητική στάση τηρούν εκκλησιαστικοί παράγοντες Ανατολής και Δύσης, επειδή φαίνεται η παληά παράδοση της γενικότερης δενδρολατρίας είχε οδηγήσει στην δεισιδαιμονική εκτίμηση των ιερών δένδρων. Παληές δοξασίες στην Ανατολή και στην Δύση, ήθελαν ορισμένα δένδρα ως ενδιαιτήματα θεών και οι ρίζες αυτών των αντιλήψεων έμεινα και στα χριστιανικά χρόνια. Έτσι, οι λιγότερο εδραιωμένοι στην χριστιανική πίστη και στερημένοι σε πνευματική καλλιέργεια από τον λαό, εξακολουθούσαν να τα βλέπουν ως κατοικητήρια πνευμάτων (που έπρεπε να τα εξευμενίσουν) ή ως φορείς επιβλαβούς μαγείας που έπρεπε να την εξουδετερώσουν. Γι’ αυτό π.χ. ο Ιουστίνος (2ος αι. μ.Χ.) στην «Απολογία» του αντιπαραβάλλει αυτούς που πιστεύουν στον Χριστό προς τους «δένδρα σεβομένους». Κυρίως ο διάκοσμος των δένδρων θεωρήθηκε ύποπτος από μέρους της Εκκλησίας επειδή πιστεύθηκε ότι δεν αφορά απλώς στην χαρμόσυνη εμφάνιση του δένδρου, αλλά ότι αναφέρεται στο περιεχόμενό του, στον θεό ή στον δαίμονα που κρύβεται μέσα του... Γι’ αυτό τον λόγο και ο Θεοδοσιανός Κώδικας απαγόρευε την διακόσμηση αυτών των δένδρων με ταινίες και στέμματα, ενώ συγγραφείς στη Δύση θεωρούσαν ειδωλολατρικό το άναμμα κεριών κοντά στο δένδρο ή προσκολλημένων στα κλαδιά του. Αλλά και ο πάπας Γρηγόριος ο μέγας (ο λεγόμενος Διάλογος) τον 6ο αι. απαγόρευε τις σχετικές εκδηλώσεις ως ειδωλολατρικές. Παρά ταύτα όμως, το γνήσιο νόημα του δένδρου ως συμβόλου του Χριστού (δένδρου ζωής) ήταν ισχυρότερο και, με την όλη ευχάριστη ατμόσφαιρα που δημιουργεί (χρωματίζοντας και αισθητικά την λαμπρότητα των χριστουγεννιάτικων εορτών) και, ασφαλώς, με την σύν τω χρόνω διαφώτιση των λαών, επεβλήθηκε και επεκράτησε.

Από όλα τα δένδρα που ευδοκιμούν σε ποικιλίες στα μεγάλα δάση του βορρά ξεχώρισαν το έλατο (ελάτη). Πρόκειται γιά το είδος του κτενοειδούς ελάτου (Abias pectinata) με το αργυρόγκριζο ή σκούρο γκριζοπράσινο φύλλωμα που είναι ιθαγενές στην Ευρώπη και μάλιστα στις Άλπεις. Αιωνόβιο αυτό το δένδρο, με τον κορμό του ίσιο, και με μεγάλο ύψος, πράσινο το καλοκαίρι και τον χειμώνα, έγινε το κατάλληλο εορταστικό δένδρο της Πρωτοχρονιάς. Οι ιδιότητές του, όπως π.χ. του αλύγιστου κορμού του που μεγαλοπρεπώς υπερέχει, της σταθερής του αντίστασης στις καιρικές συνθήκες και της αμετάβλητης όψης του, έγιναν σύμβολα που διδάσκουν το θάρρος και την υψηλοφροσύνη, αλλά και που εμπνέουν στον καθ’ ένα την ελπίδα γιά κάτι καλύτερο στην νέα περίοδο του έτους το οποίο αρχίζει. Τί ωραιότερο λοιπόν από το να φέρνουν το έλατο στα σπίτια, να το διακοσμούν και να το λαμπροφωτίζουν και, ενθουσιασμένοι, να τραγουδούν τις «διδακτικές» του ιδιότητες; Έτσι γύρω στα μέσα του 16ου αιώνος ακούστηκε στη Γερμανία το τραγούδι του: «Ώ έλατο, ώ έλατο» (O Tannenbaum...) που φέρεται στο όνομα του Ernst Anschutz, αν και ο θρύλος επίμονα το θεωρεί σύνθεση των ιπποτών.

Γίνεται φανερό από τους στίχους του, ότι το ποίημα δεν έχει καμμία σχέση με τα Χριστούγεννα, ούτε περιέχει κανένα υπαινιγμό γιά την μεγάλη εορτή. Επειδή όμως έγινε αντιληπτό στον πολύ κόσμο διατηρήθηκε και στις αρχές του 17ου αι. το δένδρο απέβαλε την παληά του σημασία και έγινε «Χριστουγεννιάτικο» (Christbaum). Ακολούθως μεταφράστηκε στις ευρωπαϊκές γλώσσες και ακούεται ευχάριστα κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.

Πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι επειδή στην αρχική διάδοση του δένδρου συνέβαλαν οι Προτεστάντες, οι οποίοι το πανηγύριζαν την παραμονή του Νέου Έτους, γι’ αυτό στην αρχή έγινε γνωστό ως δένδρο της Πρωτοχρονιάς. Μάλιστα έγινε και ελληνικό τραγούδι (άσχετο βέβαια με το Tannenbaum) που πρόβαλε και εξυμνούσε τον διάκοσμό του ως σύμβολο της «καλής χρονιάς». Όπως βλέπουμε και στο τραγούδι αυτό, ούτε υπαινιγμός δεν γίνεται για Χριστούγεννα, και ο λόγος ότι το δένδρο μας ήρθε ως πρωτοχρονιάτικο. Αλλά επειδή στο μεταξύ, στην Ευρώπη, και μάλιστα στον Καθολικό κόσμο, έγινε πιά χριστουγεννιάτικο (arbre de Noel, Christbaum, Christmas-tree) και με αυτή την έννοια διακοσμεί τα σπίτια, τα καταστήματα και τις Εκκλησίες κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, και επειδή συνδέθηκε και με την φάτνη της Βηθλεέμ (υποσυνείδητη διατήρηση της παράδοσης του δεσμού αυτών των δύο), γι’ αυτό επεβλήθηκε και στη χώρα μας με αυτή την έννοια και χρήση, για όλη την χριστουγεννιάτικη περίοδο.

Σε μας όμως – πρέπει πια να δεχτούμε – έφθασε συναποκομίζοντας παλαιές αναμνήσεις, βιώματα αρχαίων και βυζαντινών χρόνων. Δεν ήλθε άγνωστο σε άγνωστους, ξένο σε ξένους, αλλά επανήλθε στον Ορθόδοξο χώρο μας όπου, πριν από αιώνες εξυμνήθη ως σύμβολο του Χριστού και του παραδεισιακού κόσμου, -της «Εδέμ ήν Βηθλεέμ ήνοιξε» με την Γέννηση του Χριστού, όπως θυμίζει ο Ρωμανός (Κοντάκιο). Και γιά να μή ξεχαστεί η καταγωγή του και η σχέση του με την Ορθοδοξία.

του Κωνσταντίνου Δ. Καλοκύρη